Για ένα ακόμη καλοκαίρι μετά την ψήφιση του καταστροφικού νόμου 4713/2020 (Νόμου Κεραμέως) για την ιδιωτική εκπαίδευση, δεκάδες συνάδελφοί μας απολύονται με συνοπτικές διαδικασίες από ιδιωτικά σχολεία. Οι συντριπτικά περισσότερες από τις απολύσεις δεν λαμβάνουν χώρα λόγω επαγγελματικής «ανικανότητας» των εκπαιδευτικών, αλλά για λόγους συρρίκνωσης του εργασιακού κόστους. Τα σχολεία απολύουν:
- είτε νέους που δεν έχουν προλάβει να κλείσουν ένα έτος προϋπηρεσίας ώστε να μην απαιτείται καταβολή αποζημίωσης (και προσλαμβάνουν άλλους νέους για να τους διώξουν το επόμενο καλοκαίρι),
- είτε – κυρίως – απολύουν έμπειρους εκπαιδευτικούς υψηλής ποιότητας αλλά υψηλού «κόστους» για να προσλάβουν νέους και πιο «φθηνούς».
Έτσι όμως χάνεται η συνοχή και η ποιότητα των σχολείων και αυξάνεται η εργασιακή ανασφάλεια και το άγχος των εκπαιδευτικών, με αποτέλεσμα η ιδιωτική εκπαίδευση να μην είναι πλέον ελκυστικός προορισμός εργασίας.
Αντιλαμβάνεται ο καθένας πως αυτό το «παζάρι», αυτή η «ανακύκλωση» εκπαιδευτικών, ελάχιστη σχέση έχει με την εκπαιδευτική διαδικασία και υποτάσσεται αποκλειστικά σε οικονομικές στοχεύσεις. Σε μια περίοδο, μάλιστα, ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης της ιδιωτικής εκπαίδευσης (ξεπερνούν το ένα δις οι επενδύσεις της τελευταίας διετίας), τέτοιες ενέργειες προκαλούν.
Σύμφωνα με το Σύνταγμα και τη νομολογία (βλ. απόφαση ΣτΕ 622/2010) τα ιδιωτικά σχολεία δεν είναι αμιγείς επιχειρήσεις, παρέχουν δημόσιο αγαθό και πρέπει να υποτάσσονται σε κανόνες, μεταξύ των οποίων και της διασφάλισης σταθερών εργασιακών σχέσεων, ώστε να διαφυλάσσεται το δημόσιο συμφέρον. Δυστυχώς, όμως, πλέον πολλά ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν αποκλειστικά ως επιχείρηση, παραβλέποντας τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της παιδαγωγικής διαδικασίας.
Τα στοιχεία συγκλονίζουν. Από το 2020 που εφαρμόζεται ο Νόμος Κεραμέως, έχουν απολυθεί τουλάχιστον 3.000 εκπαιδευτικοί σε σύνολο 11.800. Σχεδόν άλλοι τόσοι έχουν παραιτηθεί, απηυδισμένοι από τις κακές συνθήκες εργασίας και τις χαμηλές αμοιβές. Στο σύνολο σχεδόν του κλάδου υπάρχει κόπωση και απογοήτευση, διότι εξακολουθεί στην Ελλάδα να ισχύει ένα πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα καθεστώς απολύτως ελεύθερων, χωρίς καμιά αξιολογική διαδικασία, απολύσεων στα ιδιωτικά σχολεία, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη εκμετάλλευση και ραγδαία επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων. (Να σημειωθεί εδώ πως σε όλες σχεδόν τις χώρες, ακόμη και σε ΗΠΑ και Βρετανία, οι απολύσεις ελέγχονται από ειδικά «εκπαιδευτικά» δικαστήρια που συνεδριάζουν παρουσία των εκπροσώπων εργοδοτών και εργαζόμενων, χωρίς κόστος για τους εκπαιδευτικούς, για τη νομικότητα και την ενδεχόμενη καταχρηστικότητά τους. Αυτό συνέβαινε και στην Ελλάδα μέχρι και το 2020…)
Με όλα αυτά, οι μισοί σχεδόν ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί επιδιώκουν να φύγουν από τα ιδιωτικά σχολεία. Αναγνωρίζοντας το πρόβλημα και βλέποντας τον κίνδυνο μιας μεγάλης φυγής, η ΟΙΕΛΕ απηύθυνε δημόσια πρόσκληση στους ιδιοκτήτες για μια συμφωνία βελτίωσης των αμοιβών. Η έμμεση απάντηση ηγετικών στελεχών τους μέσω άρθρων σε ενημερωτική ιστοσελίδα ήταν προκλητική: «μείωση αποδοχών κατά 200 ευρώ το μήνα και αύξηση ωρών εργασίας» (!!)
Με το εκπαιδευτικό επάγγελμα να γνωρίζει μια πρωτόγνωρη κρίση (όπως μαρτυρούν οι 20.000 λιγότερες αιτήσεις στον ΑΣΕΠ και η καταβαράθρωση των βάσεων σε παιδαγωγικά τμήματα και καθηγητικές σχολές που αποδεικνύουν ότι οι νέοι δεν ενδιαφέρονται για την εκπαίδευση) και με χιλιάδες ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς να εξετάζουν τη φυγή από την εργασία τους, δεν αντιλαμβάνονται, άραγε, κάποιοι εκ των ιδιοκτητών ότι με τέτοιες πρακτικές πυροβολούν τα πόδια τους; Ότι σε λίγα χρόνια δεν θα βρίσκουν εκπαιδευτικούς σε κρίσιμες ειδικότητες; Ότι τα σχολεία θα χάσουν την ποιότητά τους; Ότι αυτοί που τελικά πλήττονται από τη μετατροπή του ιδιωτικού σχολείου σε κέντρο διερχομένων είναι τα παιδιά μας;



